χόρευσις

χόρευσις
χόρευσις
1 dancing

ψόφον ἀιὼν Κασταλίας ὀρφανὸν ἀνδρῶν χορεύσιος ἦλθον Pae. 6.9


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χόρευσις — dancing fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρευσις — εύσεως, ἡ, Α [χορεύω] η ενέργεια τού χορεύω, η όρχηση …   Dictionary of Greek

  • χορεύσει — χόρευσις dancing fem nom/voc/acc dual (attic epic) χορεύσεϊ , χόρευσις dancing fem dat sg (epic) χόρευσις dancing fem dat sg (attic ionic) χορεύω dance a round aor subj act 3rd sg (epic) χορεύω dance a round fut ind mid 2nd sg χορεύω dance a… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χορεύσεις — χόρευσις dancing fem nom/voc pl (attic epic) χόρευσις dancing fem nom/acc pl (attic) χορεύω dance a round aor subj act 2nd sg (epic) χορεύω dance a round fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χορεύσεσι — χόρευσις dancing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χορεύσιος — χόρευσις dancing fem gen sg (epic doric ionic aeolic) χορεύσιος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρευσιν — χόρευσις dancing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χορείος — ο / χορεῑος, εία, εῑον, ΝΜΑ, αρσ. και χόριος Α το αρσ. ως ουσ. ο χορείος και ὁ χορείος (στην αρχ. μετρική) τρίβραχυς ή τροχαίος μετρικός πους μσν. αρχ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χορό 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ χορεῑον τόπος όπου χορεύουν,… …   Dictionary of Greek

  • χορεύσῃ — χορεύσηι , χόρευσις dancing fem dat sg (epic) χορεύω dance a round aor subj mid 2nd sg χορεύω dance a round aor subj act 3rd sg χορεύω dance a round fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”